Ένα καταπληκτικό όνειρο
2010-03-22

 

Click to enlarge

 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στο Σουίνφορντ της Ιρλανδίας, ένας κηπουρός με τ’ όνομα Όουεν Ο’ Μάλρεντυ. Η ζωή του κυλούσε ήρεμα κι ευτυχισμένα. Είχε μόνο ένα παράπονο: δεν έβλεπε ποτέ στον ύπνο του όνειρα. Κάποτε είπε το παράπονό του σ’ ένα γείτονα  κι αυτός του έδωσε μια συμβουλή: «Καθάρισε το τζάκι σου απ’ τις στάχτες και κάνε το κρεβάτι σου εκεί». Ο Όουεν χάρηκε με την ιδέα και έτρεξε στη γυναίκα του για να της πει τη συμβουλή του γείτονά τους.

Συμφώνησαν κι οι δυο να κάνουν το πείραμα. Αφού κοιμήθηκαν, κάποιος χτύπησε την πόρτα τους και πρόσταξε: Όουεν Ο’ Μάλρεντυ, ξύπνα! Ο Κύριός σου σε προστάζει να πας αυτό το γράμμα στην Αμερική».

Ο Όουεν ξεκίνησε αμέσως. Πέρασε τα βουνά και συνάντησε ένα βοσκό με το κοπάδι του. «Για που τό ΄βαλες νυχτιάτικα Όουεν;» τον ρώτησε ο βοσκός. «Έχω να πάω ένα γράμμα στην Αμερική», απάντησε ο κηπουρός, έκπληκτος που ο βοσκός γνώριζε το όνομά του. Αφού περπάτησε έφτασε στη θάλασσα. Εκεί στην ακτή βρισκόταν ένας πελαργός που στεκόταν στό ’να του πόδι: «Γεια σου Όουεν, ξέρω ότι βιάζεσαι να πας το γράμμα στην Αμερική, όπως πρόσταξε ο Θεός σου. Γιατί δεν ανεβαίνεις στην πλάτη μου; Θα ταξιδέψεις ξεκούραστα». Ο Όουεν ένιωθε γεμάτος χαρά που πετούσε πάνω απ’ τον ωκεανό, στην πλάτη ενός πελαργού. Στα μισά του δρόμου το πουλί κουράστηκε: «Κατέβα για λίγο φίλε μου». «Ω, όχι δεν θέλω» απάντησε ο Όουεν.

Ξαφνικά άκουσαν χτυπήματα. Ήταν οι θεριστές του ουρανού που αλώνιζαν το στάρι. «Αφήστε με για λίγο να κρατηθώ απ’ τη θεριστική μηχανή, για να ξεκουραστεί ο πελαργός μου», φώναξε ο Όουεν και άρπαξε τη μηχανή με τα δύο του χέρια.

Το πουλί γέλασε και πέταξε μακριά. Οι θεριστές περίμεναν λίγο και μετά είπαν: «Φτάνει τόσο Όουεν, πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά μας». «Μα αν μ’ αφήσετε, θα πέσω μέσα στη θάλασσα» απάντησε ταραγμένος ο Όουεν.

Αμέσως ο κηπουρός κοίταξε κάτω και είδε μια βάρκα. «Ε... ε! ναύτη έλα πιο εδώ γιατί πέφτω». «Ρίξε ένα από τα τσόκαρά σου για να δω που θα πέσει!», του απάντησε ο ναύτης από κάτω. Ο Όουεν τίναξε το πόδι του.

«Βοήθεια! Τι θόρυβος είναι αυτός; Φόνος!». Η γυναίκα του Όουεν πήδηξε από το κρεβάτι της και άρχισε να στριγκλίζει. ‘Όουεν πού είσαι;». «Εδώ είμαι Μόλλυ τί θέλεις εσύ πάνω στη βάρκα;». Η Μόλλυ άναψε ένα κερί και βρήκε τον άνδρα της χωμένο στην καμινάδα. Ήταν γεμάτος καπνιά και φορούσε το ένα του μόνο τσόκαρο. Ο Όουεν βγήκε απ’ το τζάκι, πλύθηκε και σκέφτηκε ότι θα ‘ταν καλύτερο να μη ζήλευε τους ανθρώπους που ονειρεύονται στον ύπνο τους.



Recent UPdate

 

copyright Mathitis.gr

 

 

Developed by: